st.markos.thumb

"Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ"

ΟΡΘΟΔΟΞΟN ΚΕΝΤΡΟN ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ"
  Πέμπτη,
21 Σεπτεμβρίου 2017
  ΑΡΧΙΚΗ   |   ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ   |   ΜΕΛΗ   |   ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ   |   NEWSLETTER   |   SITEMAP
greek flag
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

  ΔΙΑΚ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
 

Ο Ιωάννης Ευγενικός, ο συγγραφέας τoυ Αντιρρητικού, αυτόπτης μάρτυρας των διαδραματισθέντων στη Σύνόδο της Φερράρας και φανατικός πολέμιος της Ένωσης των Εκκλησιών, ανήκε σε μια διακεκριμένη οικογένεια από την Κωνσταντινούπολη. Παρόλο, που ο ακριβής τόπος και η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστά, φαίνεται ότι γεννήθηκε γύρω στο 1400.

Ο πατέρας του, ο Γεώργιος Ευγενικός, διάκονος, ανήλθε τη νομική ιεραρχία και έφθασε στο υψηλό αξίωμα του πρωτονάριου, πρωτέκδικου, διακόνου, μεγάλου χαρτοφύλακα και τελικά σακελλίωνα. Την πνευματική πτυχή της προσωπικότητάς του ο Ιωάννης την κληρονόμησε από τον πατέρα του, που ήταν υμνογράφος. Η μητέρα του, Μαρία, ήταν κόρη ενός ιατρού, ονόματι Λουκά. Ο παππούς του Ιωάννη, από την πλευρά του πατέρα του, ο Εμμανουήλ Ευγενικός, ταυτίστηκε με τον εκ Κωνσταντινουπόλεως ζωγράφο, που διακόσμησε την εκκλησία του μοναστηριού στη Γεωργία και φιλοτέχνησε νωπογραφίες στην εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου Στρατηλάτη στο Νοβκορόντ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Μάρκος ο Ευγενικός, ο Μητροπολίτης Εφέσου και διάσημος θεολόγος, ένας από τους κυριότερους πολέμιους της Λατινικής εκκλησίας.

Ο Ιωάννης έτυχε της πρώτης του εκπαίδευσης στην ιδιωτική σχολή, που ίδρυσε ο πατέρας του, και σε κάποιο στάδιο διδάσκαλός του ήταν ο αδελφός του Μάρκος, που είχε αναλάβει την πλήρη ευθύνη της σχολής, μετά το θάνατο του πατέρα τους, το 1405. Όμως, ο Μάρκος δεν παρέμεινε για πολύ καιρό στη σχολή, αλλά αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, πιθανότατα κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο Ιωάννης έγινε φίλος με τον Ιωάννη τον Βησσαρίωνα και τον Γεώργιο Αμιρούτζη. Η φιλία τους διάρκεσε μέχρι τη διαφωνία τους στο θέμα της Ένωσης των Εκκλησιών.

Σε αντίθεση με τον αδελφό του Μάρκο, που είχε ακολουθήσει τη μοναστική ζωή, ο Ιωάννης παντρεύτηκε και μετακόμισε με τη σύζυγο και τα παιδιά του στην Πελοπόννησο το 1421, όπου παρέμεινε μέχρι το 1431. Ο λόγος για τη μετακόμισή του στην Πελοπόννησο δεν είναι γνωστός. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι ο Ιωάννης κινείτο ανάμεσα στην κυρίαρχη βυζαντινή ελίτ. Υποστήριξε τον Δεσπότη Θεόδωρο ΙΙ (1407-1443) στην απόφασή του να παραιτηθεί από το αξίωμά του και να μπει σε μοναστήρι, και με την ευκαιρία αυτή έγραψε ομιλία, στην οποία εξυμνούσε τη μοναστική ζωή. Όμως, όταν ο Θεόδωρος άλλαξε ιδέα κατόπιν συμβουλής του περιβάλλοντός του και παρέμεινε στην εξουσία, ο Ιωάννης χαιρέτησε την απόφασή του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πελοπόννησο, ο Ιωάννης έχασε τουλάχιστον δύο από τα νεαρά παιδιά του. Σε μια συγκινητική επιστολή, στην οποία εξέφραζε τη βαθιά του αγάπη, ο Βησσαρίων προσπάθησε να παρηγορήσει το φίλο του για την απώλειά τους. Ο Ιωάννης απάντησε στην επιστολή εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του, για την υποστήριξη του φίλου του.

Κατά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 1431/2, ο Ιωάννης έγινε Πατριαρχικός νοτάριος και κατέλαβε το ανώτερο αξίωμα του χαρτοφύλακα. Αργότερα διορίστηκε νομοφύλαξ. Ταυτόχρονα δίδαξε για δυο περίπου χρόνια, καθότι ο τίτλος του φιλοσόφου, που του δόθηκε, υποδηλοί διασυνδέσεις με την παιδεία. Κατά την περίοδο αυτή, ένας από τους φοιτητές του ήταν ο Τζιοβάννι Τορτέλλι, άλλως Ιωάννης Αρρετίνους (περίπου 1400-1466), ο μέλλων βιβλιοθηκάριος του Νικόλα Ε, ο οποίος έφθασε στην Κωνσταντινούπολη το 1435, για να μάθει την Ελληνική γλώσσα. Στις 3 Ιουλίου του έτους αυτού, ο Ιωάννης, που υπήρξε δάσκαλός του για δυο μήνες, του δώρισε αντίγραφο του Θουκυδίδη..

Ήταν λόγω της ιδιότητάς του ως νομοφύλακας και πιθανόν λόγω της γνώσης του της Λατινικής, που συνάγεται από το γεγονός, ότι δίδασκε τον Τορτέλλι, που ο Ιωάννης περιλήφθηκε στην Πατριαρχική αντιπροσωπεία, που αποστάληκε στη Σύνοδο της Φερράρας το 1438. Οι, τότε, Πατριάρχες Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, του έδωσαν επιστολή με την οποία διοριζόταν ο Μάρκος Ευγενικός ως αντιπρόσωπός τους. Τα άλλα μέλη, εκτός από τον Ιωάννη, ήταν ο Μάρκος ο Ευγενικός, ο μέγας χαρτοφύλαξ Μιχαήλ Βαλσαμών, ο Γεώργιος Σχολάριος και ο μέγας εκκλησιάρχης Σιλβέστρος Συρόπουλος που κατέγραψαν λεπτομερώς τις δραστηριότητες της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στη Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας.

Ενώ βρισκόταν στη Φερράρα, ο Τζιουλιάνο Καισσαρίνι, ο κύριος εκπρόσωπος της παπικής αντιπροσωπείας, σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει καλές σχέσεις με τους Έλληνες επισκέπτες, προσκάλεσε τον Ιωάννη μαζί με τον αδελφό του Μάρκο και τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Δωρόθεο σε δείπνο. Ο Ιωάννης δέχθηκε την πρόσκληση αυτή, αν και ο αδελφός του στην αρχή αρνήθηκε να πάει και χρειάστηκε να τον πείσει ο Ιωάννης να δεχθεί, παρά το γεγονός, ότι ο Πατριάρχης Ιωσήφ είχε προτρέψει όλα τα μέλη της αντιπροσωπείας να μη δεχθούν τέτοιες προσκλήσεις από τους Λατίνους, αν και ο Συρόπουλος, που κατέγραψε το επεισόδιο δεν αναφέρει το λόγο. Ήταν στο δείπνο εκείνο, που ο Καισσαρίνι ενθάρρυνε τον Μάρκο να ετοιμάσει εγκώμιο απευθυνόμενο στον Πάπα. Πράγματι, ο Μάρκος συνέθεσε το Oratio ad Papam Quartum ευχαριστώντας τον, για τη σύγκληση της Συνόδου. Επίσης, ζήτησε από την Εκκλησία της Ρώμης να ολοκληρώσει το έργο που είχε αρχίσει τόσο καλά, αποσύροντας το δόγμα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος, και εκ του Υιού και να πάψει να τελεί τη Λειτουργία χρησιμοποιώντας άζυμα, για να εξαλείψει την αιτία διχογνωμίας ανάμεσα σε αδελφούς. Οι τολμηρές αυτές θέσεις, που δεν θεωρήθηκαν ενδεδειγμένες, για την περίπτωση, προκάλεσαν την οργή του αυτοκράτορα Ιωάννη του Η΄ (1425-1448), που ηγείτο της Βυζαντινής αντιπροσωπείας. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί, ότι στο έργο του ο Μάρκος δεν έκανε καμιά αναφορά στο δόγμα του καθαρτήριου πυρός και στην πρωτοκαθεδρία του Πάπα, παρόλο, που και τα τέσσερα θέματα ηγέρθησαν ως τα κύρια θέματα συζήτησης στη Φερράρα.

Την όγδοη ημέρα, μετά την άφιξη των Ελλήνων, ο Πάπας ο ίδιος προσκάλεσε τον Ιωάννη τον Ευγενικό στο ανάκτορό του. Ο λόγος για την πρόσκληση αυτή παραμένει άγνωστος, αλλά μπορεί κάποιος να υποθέσει, ότι επρόκειτο για μια χειρονομία καλής θέλησης. Οι Έλληνες οι ίδιοι είχαν αντίθετες απόψεις και, όπως αναφέρει ο Συρόπουλος, ο Μάρκος Ευγενικός φαινόταν στο πρώτο αυτό στάδιο να σκέφτεται μια ενδεχόμενη συμφιλίωση μεταξύ των δυο Εκκλησιών. Όμως, τελικά, έγινε απόλυτα σαφές και στον Μάρκο και στον Ιωάννη, ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό. Η κατάσταση ανάμεσα στους Έλληνες επιδεινώθηκε περαιτέρω, όταν κατόπιν υποκίνησης του πρωτοσύγκελλου Γρηγορίου, οι δύο αδελφοί τέθηκαν υπό παρακολούθηση, για ανθενωτικές δραστηριότητες.

Ο Ιωάννης, μη μπορώντας να υποστηρίξει την Ένωση, για δογματικούς λόγους ή να δώσει οποιαδήποτε πίστη στις παπικές υποσχέσεις, για στρατιωτική και οικονομική βοήθεια εναντίον των Τούρκων, ζήτησε την άδεια του Αυτοκράτορα να αναχωρήσει από την Ιταλία, μαζί με τον αδελφό του και τον Επίσκοπο Ηρακλείας Αντώνιο και να επιστρέψουν στην πατρίδα. Παρόλο, που στην αρχή δόθηκε η άδεια, αργότερα ανακλήθηκε, κατόπιν συμβουλής του Βησσαρίωνα, για το λόγο, ότι η απουσία τους θα εξασθένιζε την Ελληνική αντιπροσωπεία. Έτσι, ανακόπηκαν στην Αγκόνα από τον Αλέξιο Λάσκαρη και το Συρόπουλο, λίγο πριν αποπλεύσουν για το Βυζάντιο και εξαναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στη Φερράρα. Όμως, ο Ιωάννης, τελικά, αναχώρησε από τη Φερράρα στις 14 Σεπτεμβρίου 1438, αλλά το πλοίο που ταξίδευε ναυάγησε κοντά στην Αγκόνα και υποχρεώθηκε να περιμένει εκεί μέχρι την άνοιξη, που τελικά αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαΐου 1439. Ενώ ταξίδευε, ο Ιωάννης άρχισε τη μεταγραφή ενός χειρογράφου, που συμπλήρωσε την ημέρα, που το πλοίο του πέρασε από το λιμάνι του Ντουράτσο (Δυρράχιο), στις 22 Μαΐου 1439. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη λίγες μέρες πριν από τις 17 Δεκεμβρίου, του ιδίου έτους, γιατί ήταν εκεί όταν η τρίτη σύζυγος του Ιωάννη του Η΄, η Μαρία Κομνηνή, θυγατέρα του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, απεβίωσε και εις μνήμη τηςο Ιωάννης έγραψε μονωδία.

Οι μεταγενέστερες δραστηριότητές του απέβλεπαν στην ενίσχυση της ανθενωτικής εκστρατείας εναντίον εκείνων, που είχαν υπογράψει την Πράξη της Ένωσης, στις 5 Ιουλίου 1439. Όπως τον αδελφό του Μάρκο και τον Επίσκοπο της Ηρακλείας, που και οι δυο έφυγαν κρυφά από την Κωνσταντινούπολη στις 14 Μαΐου 1440, ο Ιωάννης αρνήθηκε να τελεί λειτουργίες κάτω από έναν Πατριάρχη, που κατά την άποψή του είχε προδώσει την Ορθόδοξη πίστη. Προσπάθησε να κερδίσει και πάλι την υποστήριξη εκείνων, που είχαν ταχθεί υπέρ των ενωτικών και ταυτόχρονα να ενισχύσει και ενθαρρύνει εκείνους, που παρέμειναν πιστοί στα ορθόδοξα πιστεύω. Στην εκστρατεία του χρησιμοποίησε τις επιστολές του αδελφού του, στέλλοντάς τις σε διάφορους ιεράρχες, είτε προτρέποντάς τους να μετανοήσουν, που υπέγραψαν την Ένωση, είτε επιπλήττοντάς τους, για την αδράνεια και αναποφασιστικότητά τους να αποκαταστήσουν την ειρήνη και την ενότητα εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μεταξύ εκείνων, που έλαβαν τις επιστολές του ήταν ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄ (μετά από τις 12 Μαρτίου 1449), ο Λουκάς Νοταράς, ο Αμιρούτζης και ο Συρόπουλος. Οι δραστηριότητες αυτές δεν τύγχαναν πάντα επιδοκιμασίας. Ο Γεώργιος Σχολάριος σε επιστολή στον Μάρκο (1440), παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά του αδελφού του, για την καθυστέρηση να προωθήσει τις επιστολές, που του είχε στείλει ο Μάρκος.

Λίγο μετά τις 15 Μαΐου 1440, ο Μάρκος έφυγε από την Κωνσταντινούπολη και ταξίδεψε πρώτα στην Προύσα και από εκεί στην Έφεσο, ενώ ο Επίσκοπος της Ηρακλείας αναχώρησε για τη Θράκη. Εν τω μεταξύ, ο Ιωάννης ο Ευγενικός ελπίζοντας, ότι η ανθενωτική αντίδραση είχε βρει απήχηση, αναχώρησε, για να επισκεφθεί διάφορους τόπους, μεταξύ των οποίων την Τραπεζούντα, προτρέποντας τους ιεράρχες και το λαό να εμμείνουν στην επιδίωξή τους. Η εκστρατεία, αυτή, φαίνεται ότι διάρκεσε μέχρι το 1441. Αναφέρθηκε στις δραστηριότητες αυτές στις επιστολές του στον Νικηφόρο Χειλά και στον Δαυίδ Κομνηνό σε κάποια ημερομηνία μετά το 1444. Εν τω μεταξύ, περίπου το 1442 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου εγκαταστάθηκε και μπήκε στον κύκλο των ανθενωτικών, που είχαν καταφύγει εκεί, μεταξύ των οποίων ήταν ο Πρωτοσύγκελος Νείλος, ο Νικηφόρος Χειλάς, ο Επίσκοπος Σεραπίων, που ζούσε στη Μαντινεία της Πελοποννήσου, και ο Πεπαγομένος. Είναι πιθανόν, ότι ο Δεσπότης Θεόδωρος ο Β΄, του παραχωρούσε τα εισοδήματα της Πετρίνας κατά την περίοδο αυτή.

Πολύ πιθανόν να ήταν εδώ στην Πελοπόννησο, όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του αδελφού του Μάρκου. Το πολύ σημαντικό αυτό γεγονός, με την ενθάρρυνση φίλου, που παραμένει άγνωστος, του έδωσε το έναυσμα να συνθέσει το σημαντικότερό θεολογικό του έργο, τον Αντιρρητικό, που αποτελεί σημείο προς σημείο ανασκευή του Όρου της Ένωσης των Εκκλησιών, στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39), χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τις ομιλίες, που ο Μάρκος εκφώνησε στη Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας και τις επιστολές, που έγραψε κατά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιωάννης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, για οικογενειακούς λόγους μετά την τουρκική εισβολή στην Πελοπόννησο, κάτω από τον Μουράτ Β΄ το 1447, αφήνοντας πίσω το γιο του Γεώργιο να φροντίζει την περιουσία του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη προσπάθησε να κερδίσει και πάλι την υποστήριξη του Λουκά Νοταρά, για την ανθενωτική υπόθεση. Προσπάθησε να τον πείσει, ότι η Ανατολική Εκκλησία διατήρησε την Πατερική παράδοση και τον προέτρεψε να εμμείνει στην Ορθόδοξη πίστη. Επιπρόσθετα, τόνισε τη ματαιότητα των υποσχέσεων της Δύσης, για στρατιωτική βοήθεια.

Ο Ιωάννης Ευγενικός, επίσης, αντιτάχθηκε στο διάδοχο του Ιωάννη Η΄, Κωνσταντίνο ΙΑ΄ (που στέφθηκε Αυτοκράτορας στο Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου 1449). Όπως τον αδελφό του, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε μια φιλενωτική πολιτική, παρά την ισχυρή αντίδραση του ανθενωτικού κόμματος που σε κάποιο σημείο υποστηρίχθηκε, επίσης, από τη μητέρα τους Αυτοκράτειρα Ελένη Δραγάση. Ως αποτέλεσμα, οι ανθενωτικοί αρνούνταν να μνημονεύουν τον Κωνσταντίνο στη Λειτουργία, όπως στην περίπτωση του Ιωάννη του Η΄. Στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, από την Κωνσταντινούπολη το Μάρτιο του 1449, ο Ιωάννης ανάφερε ανοιχτά, ότι δεν θα τον μνημόνευε αν συνέχιζε να ακολουθεί φιλενωτική στάση. Ο Ιωάννης, εξηγώντας την απόφασή του ανάφερε, ότι τα τελευταία δέκα χρόνια (από το 1439), εκείνοι που παρέμειναν πιστοί στο Ορθόδοξο δόγμα δεν γίνονταν δεκτοί στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας και παρακάλεσε τον Κωνσταντίνο να επανέλθει στην παραδοσιακή πίστη. Όλα αυτά εις μάτην. Στις δραστηριότητες του Ιωάννη, στην Κωνσταντινούπολη, αντιτάχθηκε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Γ΄ Μάμμας-Μαμμής (1443-1450).

Ο Ιωάννης, που δεν πέτυχε το σκοπό του και απογοητεύθηκε βαθιά από την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να επιστρέψει στην Πελοπόννησο το 1450, για να βοηθήσει το γιο του Γεώργιο, που είχε μείνει πίσω, για να φροντίζει την περιουσία του. Δυο χρόνια αργότερα, το 1452, ο Δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, του ανέθεσε τη διεύθυνση της Μητρόπολης Λακεδαιμονίας, μετά που εκθρόνισε το φιλενωτικό Μητροπολίτη Ιωάννη. Ο Ιωάννης ο Ευγενικός επωφελήθηκε της ευκαιρίας αυτής, για να προτρέψει τον Δεσπότη να εφαρμόσει την ίδια πολιτική, για τους υπόλοιπους τέσσερις φιλενωτικούς επισκόπους. Την περίοδο αυτή, το 1450, ο Σχολάριος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και έγινε μοναχός. Ο Ιωάννης χάρηκε για αυτό, όπως του έγραψε, και εξέφρασε την ελπίδα, ότι ο Σχολάριος, που δεν είχε υπογράψει τον Όρο της Συνόδου, θα αφοσιωνόταν πλήρως στον αγώνα εναντίον των ενωτικών. Στο θέμα αυτό απογοητεύθηκε πλήρως. Όμως, δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του και αργότερα έγραψε στον Σχολάριο προτρέποντάς τον να υπερασπισθεί την Ορθόδοξη πίστη. Παρόμοια επιστολή απηύθυνε στον Συρόπουλο και, παρόλο που του υπενθύμισε την εσφαλμένη στάση του στη Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας, εξέφρασε τη χαρά του, για τη μετάνοιά του. Σκοπός της επιστολής ήταν να ενθαρρύνει τον Συρόπουλο να υποστηρίξει ενεργά τους ανθενωτικούς. Όμως, όπως ο Ιωάννης ομολόγησε στην επιστολή του στον Νοταρά με κάποια πικρία, οι ανθενωτικοί ήταν καταρρακωμένοι και διαλυμένοι.

Ο Ιωάννης Ευγενικός επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη ακόμη μια φορά μετά το 1452, μόλις λίγο πριν από την κατάκτησή της από τους Τούρκους. Στην επιστολή του στον Γεννάδιο Σχολάριο ομιλεί για δεινή ανωμαλία, αναφερόμενος πιθανότατα στη Λειτουργία, που τελέσθηκε από κοινού από Ορθοδόξους και Λατίνους στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας στις 12 Δεκεμβρίου 1452. Ο Ιωάννης έζησε, για να δει την πτώση της ένδοξης πόλης και ο ίδιος συνελήφθη από τους Τούρκους. Πιθανότατα απολύθηκε από την οδυνηρή του φυλάκιση, κατόπιν μεσολάβησης του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, Ιωάννη Δ΄ Κομνηνού και του γιου του Αλεξίου. Μετά την απελευθέρωσή του, ο Ιωάννης Ευγενικός μετακόμισε στην Τραπεζούντα, όπου βρήκε καταφύγιο και πιθανότατα βοήθεια από τους Αυτοκράτορες. Σε επιστολή του προς αυτούς εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του, γιατί διάλυσαν τις σκιές της απελπισίας του και του έδωσαν ελπίδα. Την επιστολή του συνόδευσε με ένα δώρο από μήλα και αχλάδια, που πολύ πιθανόν τα έστειλε από την περιοχή της Τραπεζούντας πριν από το 1458, ημερομηνία του θανάτου του Ιωάννη Δ΄ Κομνηνού. Κατά την περίοδο αυτή έγραψε θρήνο, για την πτώση της Κωνσταντινούπολης, στον οποίο εξέφραζε το βαθύ του πόνο και την απέραντή του θλίψη. Το ακριβές έτος και ο τόπος του θανάτου του Ιωάννη παραμένουν άγνωστα.

Ο Ιωάννης ο Ευγενικός υπήρξε ένας πληθωρικός συγγραφέας, που δοκίμασε την πένα του σε μια μεγάλη ποικιλία δοκιμίων. Συνέθεσε διάφορους παραμυθικούς λόγους, λειτουργικά ποιήματα, επιτάφιους, ύμνους και ακολουθίες. Οι μονωδίες του, για τη Μαρία Παλαιολογίνα, για την καταστροφή του Ισθμού και τη σύληση της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης είναι αξιόλογες. Οι εκφράσεις του για την Τραπεζούντα, την Ίμβρο, την Πετρίνα και την Κόρινθο, που αποτελούν πρωτοποριακά έργα ταξιδιωτικών εντυπώσεων, είναι πάρα πολύ αξιόλογα έργα και χαρακτηρίζονται από ρωμαλέα εκφραστικότητα και ζωντάνια. Ανάμεσα στα αγιογραφικά του συγγράμματα είναι το εγκώμιο, για τον Άγιο Ιάκωβο τον Πέρση και κανόνες για τον Μάρτυρα Ευγένιο. Επίσης, συνέθεσε επικήδειους και προσευχές. Η εκτεταμένη αλληλογραφία του, ακόμη, ρίχνει φως στις σχέσεις του με διακεκριμένους ανθρώπους της εποχής του, τόσο λαϊκούς, όσο και κληρικούς.

"Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ", ΟΡΘΟΔΟΞΟN ΚΕΝΤΡΟN ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ", ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ 1, 600 66, ΜΕΘΩΝΗ ΠΙΕΡΙΑΣ. copyright 2010