st.markos.thumb

"Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ"

ΟΡΘΟΔΟΞΟN ΚΕΝΤΡΟN ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ"
  Πέμπτη,
21 Σεπτεμβρίου 2017
  ΑΡΧΙΚΗ   |   ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ   |   ΜΕΛΗ   |   ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ   |   NEWSLETTER   |   SITEMAP
greek flag
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

  ΝΕΟ!!!τ. 60 15-12-2016 ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ 20 ΑΙΩΝΑ
 



1392-1444 Περιοδικὴ Ἔκδοσις
 Δεκέμβριος 2016. Ἀριθμὸς 60
Νο 60. December 2016
ISSN 1106-2843

     

 

                                                            ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

 

«Ας είσαι ευλογητός και δεδοξασμένος εις τους αιώνας Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ο μαρτυρήσας επί Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν, (Α’ Τιμ., 6.13) και δια τούτο πρωτομάρτυς αληθώς και των αθλητών απάντων πρωταθλητής και ών και ονομαζόμενος, ότι και εις τους υστέρους τούτους καιρούς ευδόκησας υπέρ του ονόματός σου να γίνωνται νέοι Μάρτυρες» (Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Ενετία, 1799;σελ.5).

            Η Ορθόδοξος Εκκλησία η Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού, δεν έπαυσεν ούτε θα πάψει μέχρι της συντελείας του αιώνος να έχει νέους μάρτυρες.

            Με την βοήθεια του Κυρίου μας και με τις ευχές των Νεομαρτύρων θα αρχίσωμεν την παρουσίασιν των μαρτύρων κληρικών του 20ου αιώνος. Δήμιοι και σφαγείς οι αιμοβόροι βανδαλο-Γερμανοί και οι αιμοδιψείς κομμουνιστές. Πηγή μας το βιβλίο του μακαριστού Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου, Εκτελεσθέντες και μαρτυρήσαντες κληρικοί 1941-1949, Αθήναι, 1959.

 

                              

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ

 

† Ιερ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα για τα Β.Α. στα 12 περίπου χιλιόμετρα θα συναντήσωμε το μικρό χωριό Ρωγοί. Εδώ στα 1875 γεννήθηκεν ο ιερεύς Χρίστος Κανελλόπουλος. Οι γονείς του ο πατέρας του ήταν κι αυτός ιερεύς ήσαν ευσεβέστατοι, γι’αυτό και μπορούμε να πούμε ότι μεγάλωσε κυριολεκτικά «έν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Με τέτοιαν ανατροφήν έγινε ικανός για το υψηλόν ιερατικόν υπούργημα, που λαχταρούσε από   παιδί.

Του Δημοτικού μόνο τα γράμματα είχε μάθει, μα τόσο μεγάλος ήταν μέσα του ο πόθος για μελέτη και μόρφωσι, ώστε η ανάγνωσις ηθικοθρησκευτικών βιβλίων ήταν διαρκής απασχόλησίς του. Καρπός της φωτισμένης φιλομάθειας του ήταν ό σχηματισμός, βιβλιοθήκης με περισσοτέρους από 300 τόμους των σπουδαιότερων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Ιδιαίτερην επίδοσιν είχε στη Βυζαντινή μουσική∙ συγκινούσε βαθιά το εκκλησίασμα, όταν απέδιδε με την ωραία φωνή του τα κατανυκτικά μελωδήματα των μεγάλων Βυζαντινών διδασκάλων.

Από το γάμο του με μιαν ευσεβή κόρη του χωριού του απέκτησε δύο κορίτσια κι ένα αγόρι. Υπόδειγμα νέου ο π. Χρίστος πριν από το γάμο του∙ μα κι ύστερα απ' αυτόν, κατά την ομολογία των συγχωριανών του, ήταν «πρότυπον και παράδειγμα ηθικής και αμέμπτου συμπεριφοράς». Κι έτσι στα 1909   προκρίνεται για   εφημέριος των   Ρωγών.

Την ιερωσύνη την έβλεπε με όλο το ύψος και το μεγαλείο της και την ημέρα της χειροτονίας του την εθεώρησε σαν απαρχή μόχθων και προσπαθειών για καλυτέρευσί του κι όχι αναπαύσεως. Αγωνιζόταν με όλες τις δυνάμεις του ν' ανταποκριθή στο αξίωμά του και να επιτύχη στην αποστολή του. Πιο εντατική τώρα μελέτη του λόγου του Θεού, γιατί του εχρειάζοντο εφόδια για τον ωραίον αγώνα του. Μίλα κάθε φορά στο εκκλησίασμα και κατορθώνει πάντα να το μεταρσιώνη, να το ανεβάζη στους ουρανούς. Στις συναναστροφές του με τους χριστιανούς προσπαθεί, αποφεύγοντας να τους κουράζη, να είναι εποικοδομητικός. «Με την αρίστην συμπεριφοράν του ενέπνεε τον σεβασμόν εις πάντας. Πολλούς δια του παραδείγματος και των νουθεσιών του επανέφερεν εις τον δρόμον του Θεού και πολλάς διηρημένας οικογενείας επετύγχανε να συμφιλιώνη». Κατώρθωσε μέσα σε λίγα σχετικώς χρόνια «να καταστήση το μικρό του χωρίον σέμνωμα ως και υπόδειγμα κοινωνίας».

Όσοι εσχετίσθησαν μαζί του, τον αγαπούν και τον θαυμάζουν. Διακηρύττουν ότι ο ναός του ήταν πρώτος στην τάξι και την ευπρέπεια σ’όλη την περιοχή. Κατάλληλος για τα απλά και πρακτικά∙ άξιος όμως και στα πνευματικώτατα. «Ήτο άριστος εξομολόγος», μαρτυρεί αγαπητό του πνευματικό παιδί. Ήξαιρε την ψυχή του ανθρώπου και την επλησίαζε ήμερα, την εγοήτευε, την εκέρδιζε και την ωδηγούσε ύστερα εκεί όπου έπρεπε να φθάση. Κι όταν μιλούσε για κάποιο θέμα, μπορούσε και σε μορφωμένους να αφήση άριστες εντυπώσεις.

Ξεχώριζε για την τάξι του ο ναός του π. Χρίστου και για τη νοικοκυρωσύνη το σπιτικό του σ'όλο το χωριό∙ αυτό πιο πολύ χάρι στην αντάξιά του πρεσβυτέρα. Ήταν το καταφύγιο του περαστικού κι ακόμα -ιδίως το καλοκαίρι- η ευχάριστη διαμονή πολλών ανωτέρων κληρικών και άλλων πνευματικών ανθρώπων, με τους οποίους είχε δεσμούς χριστιανικής αγάπης ο π. Χρίστος.

Η αναγνώρισις της αρετής του, της αφοσιώσεώς του στο καθήκον, του ήθους του δεν άργησε να'ρθή∙ έγινε Αρχιερατικός Επίτροπος, πνευματικός της Μητροπόλεως, επόπτης των ιερών ναών της Επαρχίας, τακτικό μέλος του Επισκοπικού δικαστηρίου κ.λ.π.

Στα 1940 αναγκάσθηκε ν'απομακρυνθή από το ποίμνιο του και να κατεβή στάς Πάτρας. Εκεί, ελεύθερος από αγροτικές απασχολήσεις, δόθηκε απερίσπαστα και αποκλειστικά στα πνευματικά του καθήκοντα. Και τότε μπόρεσε να πη μια φράσι, πού μαρτυρεί τη βαθιά πνευματική του δίψα. «Είμαι σαράντα χρόνια παπάς, άλλα στην πραγματικότητα αισθάνομαι ότι είμαι παπάς μόνον 6 μήνες». Εννοούσε το διάστημα της παραμονής του στας Πάτρας, μέρες ολοκληρωτικής αφιερώσεως στα πνευματικά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της πνευματικότητος του: Η πρεσβυτέρα κάποτε κάποτε εξεδήλωνε δειλά κάποια ανησυχία για την αποκατάστασι των δύο κοριτσιών, πού κάπως αργούσε. Ο ιερεύς όμως, βράχος πίστεως, ήταν γεμάτος γαλήνη κι εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού και τα συναισθήματα αυτά με το παράδειγμά του δημιουργούσε και στην ψυχή της γυναίκας. Έλεγε ότι τη φροντίδα αυτήν την είχεν αναθέσει στο Θεό. Και ο καλός Θεός δεν τον διέψευσε∙ τα δυό κορίτσια αποκαταστάθηκαν και μάλιστα την ίδια μέρα.

Μετά την κήρυξιν του πολέμου και τον βομβαρδισμόν των Πατρών αναγκάσθηκε να επιστρέψη στους Ρωγούς. Εκεί βρέθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1943, τη μοιραία ημέρα του αιματοκυλίσματος των Ρωγών από τους Γερμανούς.

Ιδού το επεισόδιο: Οι αντάρτες είχαν σκοτώσει μερικούς γερμανούς στρατιώτας και να, φθάνει στους Ρωγούς το πολυάριθμο απόσπασμα. Άγριοι και βλοσυροί πέτυχαν να εγκλωβίσουν στο χωριό όλους τους άνδρας. Ο π. Χρίστος ανησυχεί∙ μυρίζεται τον κίνδυνο∙ προαισθάνεται, θαρρείς, το κακό πού θα χτυπήση το φτωχό του κοπάδι. Πώς όμως να προλάβη τη συμφορά; Προσπαθεί να περιποιηθή τους επιδρομείς όσο μπορεί∙ τους διευκολύνει∙ καλεί τον επικεφαλής διαβόητο Τένερ στο σπίτι. Σκοπός του να τους μαλακώση και να τους εξευμένιση. Μάταια όμως. Η διαταγή του Γερμανού ξερή και κοφτή: να χτυπήσουν οι καμπάνες και να μαζευτούν οι άνδρες στην εκκλησία.

Φυλακισμένος ο σεβάσμιος γέροντας με τους χωριανούς του στην εκκλησία δεν χρειάζεται άλλο για να τα καταλάβη όλα: θάνατο ετοιμάζουν για όλους τους οι Γερμανοί. Μ' αντί να ταραχθή από τη φοβερή σκέψι, ορθώνεται γαλήνιος κι ακλόνητος ο λειτουργός του Υψίστου. Με χαλυβδωμένη την ψυχή καλεί τα παιδιά του σε κοινή προσευχή. Ιερή στιγμή γεμάτη πόνο, δάκρυα κι ανάτασι. Πέφτουν στα γόνατα οι άντρες μαζεμένοι μπροστά στην ωραία Πύλη κι ο π. Χρίστος μπροστά στην Αγ. Τράπεζα υψώνει τα χέρια στον Εσταυρωμένο. Οι ψυχές βρίσκουν σιγά τον εαυτό τους κι υψώνονται προς τον ουρανό. Ώρα βάσταξε η θερμή προσευχή τις κρίσιμες εκείνες στιγμές και το τέλος της ήταν ή εγκάρδια αλληλοσυγχώρησις.

Εκείνη την στιγμή άνοιξε κι ή πόρτα της εκκλησίας - η πόρτα του μαρτυρίου και του θριάμβου τους. Ήσαν αποφασισμένοι και δυνατοί.

Φωνάζει ο Τένερ να τον ακολουθήσουν έξι από τους κρατουμένους. Αυθόρμητα προχωρούν έξι γέροντες, πρόθυμα εξιλαστήρια θύματα, για να σωθούν οι πιο νέοι. Το κλείσιμο της πόρτας πίσω τους έδωσε θαρρείς το σύνθημα για μιαν απαίσια ομοβροντία των πολυβόλων. Σ' ένα λεπτό η πόρτα ξανανοίγει κι άλλη μια μαρτυρική εξάδα καλείται να πληρώση ματωμένο φόρο στην απεριόριστη βαρβαρική θηριωδία. Στο τρίτο άνοιγμα της πόρτας ο παπά-Χρίστος νιώθει την ιερή αγανάκτησι να τον πλημμυρίζη, να τον μετεωρίζη και να τον εξαϋλώνη. Προχωρεί με προφητική μεγαλοπρέπεια: «Έχετε απόφασι να μας ξεκάνετε όλους; Γιατί σκοτώνετε αθώους ανθρώπους; Αυτός είναι ο πολιτισμός σας;» Δεν είχε προλάβει να τελείωση, όταν σπρωγμένος και τραβηγμένος έξω δέχθηκε στη σάρκα του τα πυρωμένα μολύβια των πολυβόλων.

Οι υπόλοιποι είχαν την ίδια τύχη. Τρεις μονάχα σώθηκαν ως εκ θαύματος πού μετέδωσαν και τις σπαραχτικές αυτές λεπτομέρειες του υπέροχου ολοκαυτώματος. Ύστερα βάζουν φωτιά στο χωριό οι δολοφόνοι, φωτιά και στον Ιερό Ναό, μνημείο αξιόλογο Βυζαντινής αγιογραφίας με ξυλόγλυπτο τέμπλο, γεμάτο λεπτές αγιογραφικές παραστάσεις.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο θρήνος και ο κοπετός, όταν οι χήρες και τα ορφανά έψαχναν το σωρό των νεκρών να βρουν τους δικούς τους. Τα ξυλιασμένα δάκτυλα της σεπτής δεξιάς του π. Χρίστου βρέθηκαν στο πείσμα της αγριότητος και του μίσους να κάνουν το σχήμα της ευλογίας. «Ανύστακτον λαμπάδα την εαυτού τηρήσας, της θείας έτυχε του Νυμφώνος εισόδου».

 

Η «ΠΟΡΦΥΡΑ» ΤΟΥ Μ. ΣΠΗΛΑΙΟΥ

 

Την ίδια εκείνη μέρα, 8 Δεκεμβρίου 1943, μια φάλαγγα Γερμανοί στρατιώτες φθάνουν στο Μέγα Σπήλαιο. Είχε κυκλοφορήσει πρωτύτερα είδησις, ότι οι αντάρτες είχαν σκοτώσει μερικούς Γερμανούς. Μα οι πατέρες του Μ. Σπηλαίου δεν συσχέτισαν τα δύο γεγονότα, ίσως και να μην είχαν ακούσει τίποτα. Περιποιήθηκαν λοιπόν τους Γερμανούς, πού τους είχαν απροσδόκητα επισκεφθή, όσο μπορούσαν να δουν τους θανασίμους εχθρούς της Πατρίδος σαν επισκέπτας, που η παράδοσις της Μονής επέβαλε να περιποιηθούν μ' εγκαρδιότητα. Οι Γερμανοί εδέχοντο τις εκδηλώσεις των μοναχών κι ίσως καταλάβαιναν πώς η αγάπη στην περιποίησί τους ήταν καθήκον. Μα δεν πολυπρόσεχαν, γιατί τους απασχολούσαν άλλες σκέψεις, σχετικές με την εκδίκησι των συντρόφων τους. Και στις σκέψεις αυτές μετρούσαν τους συντρόφους τους, μετρούσαν και τους αδελφούς του Μ. Σπηλαίου και πάλι λίγους τους εύρισκαν. Τέλος έβαλαν σ' εφαρμογή το σχέδιο τους. θ' αφηγηθούμε το γεγονός σύμφωνα με τη διήγησι του βοσκού της Μονής Αγγέλου Γιαννοπούλου, που το παρακολούθησε κρυμμένος σ'ένα αντικρυνό σπήλαιο.

Συγκέντρωσαν όλους τους πατέρες, τους δοκίμους και τους λαϊκούς στο παρεκκλήσι των Αγ. Πάντων. Μόνο έλειπε ο μοναχός Δανιήλ Αγγελόπουλος, πού παρ'όλο που ειδοποιήθηκε, δεν βγήκε καθόλου από το κελλί του. Τον ξέχασαν και σώθηκε. Τους ωδήγησαν όλους όσους είχαν στα χέρια τους σε μιαν όμορφη τοποθεσία, την «Κισσωτή», όπου άνοιξι και φθινόπωρο, πήγαιναν οι πατέρες τις όμορφες μέρες για να θαυμάσουν τη φύσι και να υμνήσουν το Δημιουργό. Τελευταίος στη γραμμή των «προβάτων», πού πήγαιναν για τη σφαγή, ώδευε, ο βεβαρημένος πρώην ποιμένας τους, βαρύς από τους κόπους της ποιμαντορίας και της ασκήσεως, ο πιο γέρος της Μονής, ο π. Γαβριήλ Κόσσυφας. Εννενήντα έξι χρόνια τον βοηθούσαν τα πόδια του και τώρα δεν τον υπάκουσαν πια σ' αύτη την τελευταία οδοιπορία, γι' αυτό με πόνο προσπαθούσε να τον στηρίξη κλαίοντας ο υποτακτικός του Ηλίας, παιδί μόλις 13 χρόνων.

Γύρω-γύρω στην Κισσωτή τα πολυβόλα είχαν στηθή κι οι Γερμανοί ήσαν έτοιμοι. Τα είδαν οι μελλοθάνατοι, κατάλαβαν κι ετοιμάστηκαν κι αυτοί. Με μιας γύρω στ' αυτιά τους βούιξε χαρούμενο σαν μελίσσι το νέφος των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος.

Διατάζει ξαφνικά ό επί κεφαλής των Γερμανών να ζητωκραυγάσουν οι δεσμώτες τους υπέρ του Χίτλερ. Γέμισε αστραπές η ατμόσφαιρα.

—Όχι παιδιά μου, φωνάζει ό γέρο προεστώς της Μονής. Εμείς ας σηκώσωμε τα μάτια στον ουρανό κι ας φωνάξωμε «ζήτω ή αιώνια Ελλάδα!».

Ζητούν ό ένας απ'τον άλλο συγχώρησι οι αδελφοί και ξάφνου η Κισσωτή αντιλαλεί από ψυχωμένες ζητωκραυγές:

Ζήτω η Ελλάδα! Οι μαύροι καλογερικοί σκούφοι τινάζονται ψηλά στον αέρα.

Μαζί αντήχησαν και τα πολυβόλα κι έπεσαν όλοι στο χώμα. Έναν-ένα παίρνοντας τους οι βάρβαροι τους πέταξαν μέσα στη χαράδρα, 150 μέτρα βάθος. Ο μικρός Ηλίας προσπαθούσε να τραβήξη τον γέροντά του. Προφταίνει ο βάρβαρος, αρπάζει το μικρό, τον ταλαντεύει και τον πετά ζωντανό στο χάος του φαραγγιού. Ο Θεός να τον συγχωρέση αυτόν και τους συντρόφους του. Οι άλλοι, τα θύματα, «στερρώς αθλήσαντες, επαξίως έλαβον τον της νίκης στέφανον».

 

ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ Μ. ΣΠΗΛΑΙΟΥ

† Προηγ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΟΣΣΥΦΑΣ

 

Πατρίδα του π. Γαβριήλ ήταν το Διακοφτό. Μικρός ήλθε στο αρχαίο και ιστορικό Μ. Σπήλαιο κι έγινε μοναχός υποδειγματικός. Τηρούσε αυστηρά τους κανόνας του μοναχισμού. Η ζωή του ήταν ζωή αγίου. Η φήμη του ξαπλώθηκε γύρω και τραβούσε πολλούς για εξομολόγησι. Μ'αγάπη κι επιείκεια αγκάλιαζε τον εξομολογούμενο. Με τον καιρό η πείρα του έγινε μεγάλη. Δεν τον τραβούσαν τα αξιώματα∙ απλός, ταπεινός, αφιλοχρήματος. Η εκτίμησις όμως και ο σεβασμός των αδελφών δυο φορές τον έφεραν στην ηγουμενία. Γεμάτον ημέρες και βίον ευώδη τον βρήκε ο μαρτυρικός θάνατος, δείγμα της μεγάλης αγάπης προς αυτόν του Αρχηγού των μαρτύρων.

 

† Ιερομ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΑΡΒΟΥΤΖΗΣ

 

Ο π. Γεράσιμος Καρβουτζής γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας. Απλός άνθρωπος και με λίγα γράμματα, αλλά με πολύ φόβο Θεού κι ευλάβεια. Η προσοχή, η τυπικότητα και η κατάνυξις όταν λειτουργούσε έκαμαν εντύπωσι. Σαράντα ετών ήταν κι όλοι τον εσέβοντο και ζητούσαν τις συμβουλές του. Σ' αυτήν την ηλικία «θάνατον υπομείνας ο αοίδιμος ζωής έτυχε».

 

† Ιερομ. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

Ο π. Ιγνάτιος Ιωάννου ήταν τέκνο της Αμαλιάδος. Τύπος ασκητικός και ζηλωτής. Λειτουργός τυπικός, όλος γλυκύτητα και πραότητα. Εργαζόταν αδιάκοπα για την προαγωγή της Μετανοίας του. Στις 8 Δεκεμβρίου 1943 έλαβε θέσι στην θριαμβευτική Εκκλησία στον Ουρανό.

«Ούρανώσας τήν γήν

ταίς υπερτάταις λάμψεσι

των αγώνων των καλών

προς φως το άδυτον εσκήνωσας,

μεθέξει θεούμενος».

 

† Ιερομ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

Γεννήθηκε στη Μονάστρα Γορτυνίας. Πολλά χρόνια υπηρέτησε πιστά τη Μονή και πρόθυμα δέχτηκε το μερίδιό του από τον κοινό κλήρο. Πενήντα τριών χρόνων ήταν τήν ημέρα της άδικης σφαγής του.

 

† Ιεροδ. ΚΑΛΛΙΟΠΙΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εκλεκτή εκκλησιαστική μορφή ήταν ο ιεροδιάκονος Καλλιόπιος∙ αγία ψυχή. Ήταν ο καλύτερος από τους μοναχούς, «η ψυχή» του Μ. Σπηλαίου. Η καταγωγή του ήταν από το Διακοφτό. Μικρός έπασχε από επιληψία. Παρεκάλεσε κατόπιν την Παναγία του Μ. Σπηλαίου -έργο του Ευαγγελιστού Λουκά τη θέλει η παράδοσις- να τον κάμη καλά και να γίνη αδελφός της Μονής. Μόλις μπήκε στο Μοναστήρι -ώ, του θαύματος!- θεραπεύθηκε τελείως. Εγκρατής και ασκητικός, δεν έτρωγε κρέας και λιπαρές τροφές έχοντας μπροστά στα μάτια του τους μεγάλους οσίους της Εκκλησίας. ΄Οταν το 1935 πήρε φωτιά το Μοναστήρι, μπήκε ανάμεσα από τις φλόγες στην εκκλησία κι έσωσε την ιστορική εικόνα της Παναγίας, πού τον θεράπευσε. Πλούσια ήταν η πνευματική ζωή του Ιεροδιακόνου.

Τη ματωμένη εκείνην ημέραν του Δεκεμβρίου έλειπε στο μετόχι της Μονής «Τρυπιά». Ενώ γύριζε στο Μοναστήρι, τον συνήντησαν οι Γερμανοί στη θέσι «Ψηλός σταυρός» και τον έπιασαν. Τον εξετέλεσαν επί τόπου, άγνωστο με τί είδους μαρτύρια. Έτσι δεν θέλησε η Παναγία, αυτός πού είχε ταυτισθή με τη Μονή να μην έχη μέρος στην πολυτιμότερη δωρεά προς αυτή: το μαρτυρικό θάνατο. «Θάνατον πρόξενον ζωής αιωνίου ανταλλαξάμενος, καλής βασιλείας ουρανών ηξιώθη».

 

† Μοναχ. ΑΝΑΝΙΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Ανανίας Θεοφυλακτόπουλος προερχόταν από το Διακοφτό. Αγαπούσε με αφοσίωσι το Μοναστήρι του. Ήταν φιλόπονος κι είχε αυστηρή ασκητική ζωή. Τον ξεχώριζαν οι προεστοί της Μονής, τον αγαπούσαν και τον υπελόγιζαν.

 

† Μοναχ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

Ο Γρηγόριος Οικονόμου ήταν από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Απλός αλλά φρόνιμος μοναχός, από κείνους πού υπάρχουν ακόμη. Ζούσε τη ζωή του Μοναστηρίου με χαρά, προθυμία κι υπακοή για τη σωτηρία της ψυχής του.

 

 

† Μοναχ. ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΒΟΥΡΛΗΣ    

 

Γεννάδιος Βουρλής τέλος άπό τά Φίλια Καλαβρύτων, με μικρή μόρφωσι και νέος, πρόφθασε όμως να δοκιμασθή στην επίγεια μοναχική πολιτεία και να δείξη αξιοπρόσεκτη αρετή, εργατικότητα και ηθικότητα.

Τί τιμή και στους τρεις αυτούς απλούς μοναχούς να τιμηθούν με το στέφανο του μαρτυρίου!

Όλοι οι μακάριοι αδελφοί και πατέρες του Μ. Σπηλαίου, πού εμνημονεύσαμε «των πειρασμών το ύδωρ το ανυπόστατον παρελθόντες, προς λιμένα της άνω βασιλείας κατήντησαν».

 

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ

«Των έχθρων τα φουσάτα περάσαν

σαν τον λίβα πού καίει τα σπαρτά,

με κανόνια τις πόλεις χάλασαν

μας άναψαν φωτιές στα χωριά...»

 

Όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε τη δραματική καταστροφή των δοξασμένων Καλαβρύτων. Μα ας την ξανακούσωμε. Την ιστορεί πρόσωπο πού την έζησε και τη διέσωσε τόσο ζωντανά!

«Στη μικρή κοιλάδα, πού μερικά απ' τα κατάφυτα βουναλάκια του Χελμού με το φιδίσιο τους στριφογύρισμα σχηματίζουν ανάμεσα στα δυο ιστορικά Μοναστήρια, Μέγα Σπήλαιο και Άγια Λαύρα, είναι κτισμένα τα Καλάβρυτα.

Μικρή κωμόπολις, βουτηγμένη στο πράσινο, πού το χρωστά στ'άφθονα γάργαρα νερά της, γραφική μέσα στην κάποια άγρια ομορφιά της, βαρυανασαίνει τώρα στην ολόμαυρη της Γερμανικής κατοχής νύχτα, πού ολόκληρη τη δύστυχη χώρα μας έχει πλακώσει.

Δεκέμβριος 1943. Κι όμως έχομε κάμποσους μήνες να δούμε Γερμανό, ν'ακούσωμε τον απαίσιο γδούπο της μπότας. Απ' την περασμένη άνοιξι γιορτάσαμε κάτι χρυσές ελπίδες και φθάνοντας το καλοκαίρι έφθασαν στα Καλάβρυτα τα «παλληκάρια με τα γένια και τα μακριά μαλλιά.». Μπήκαν μάλιστα θριαμβευτικά, σέρνοντας 80 Γερμανούς αιχμαλώτους ξωπίσω τους.

Όμως τι κι αν κείνο το βράδυ χόρεψαν στην πλατεία και ξεφάντωσαν κράζοντας «ζήτω ή ελευθερία!»; Οι σοβαροί και μορφωμένοι Καλαβρυτινοί, σκυθρώπασαν ακόμη πιο πολύ και βυθίστηκαν στις σκέψεις... Οι καρδιές τους είναι τόσο παγωμένες... «Όχι, δε θάρθη άπ' αυτούς δω τους ανθρώπους η ελευθεριά...».

Δεκέμβριος 1943. Χειμώνας, παγωνιά. Γυμνά τα γύρω κλαδιά, γυμνά και τα Καλάβρυτα άπ' τους διαβόητους «ελευθερωτές». Ακούεται, μέσα στην παγερή νύκτα, μόνο ο απαίσιος γδούπος της Γερμανικής μπότας. Ήρθαν πάλι! Και τί πολλοί τούτη τη φορά! Πότε κι όλας γέμισε ο τόπος από δαύτους; Ξενοδοχεία, σπίτια, δρόμοι, αυλές, πλατείες άλλα κι όλα τα γύρω υψώματα πλημμύρισαν εχθρούς. Τρεις χιλιάδες στρατός μας ζώνει ασφυκτικά απ'όλες τις μεριές εδώ και μια εβδομάδα τώρα. Μαζεύουν τρόφιμα, κάνουν μπλόκα και περίπολα, οι αξιωματικοί τους βλοσυροί κι αμίλητοι στριφογυρίζουν, κανείς δεν ξέρει το τί θα κάνουν τόσοι πολλοί εδώ πού μαζεύθηκαν. Μα και πώς ήταν δυνατό να φαντασθή κανείς το φοβερό δράμα, πού σε λίγο θα ξετυλίγονταν;

Οι απονήρευτοι, καλοκάγαθοι και φιλήσυχοι Καλαβρυτινοί ζουν βέβαια μέσ'της αβεβαιότητας την αγωνία, μα η θερμή τους στο Θεό εμπιστοσύνη τους κάμνει να λένε : «Δεν τους πειράξαμε ημείς. Γιατί να μας πειράξουν; Όχι, δεν είναι δυνατόν να μας κάμουν κακό.

Αλλά, Θεέ μου, τί ύπνος εφιαλτικός ήταν εκείνος της νυχτιάς 12 προς 13 Δεκεμβρίου! Κι η μέρα κείνη πόσο σημαδιακιά και κακορίζικη ξημέρωσε! Αλλά σαν να μην είχε ξημερώσει. Πηχτή ομίχλη πεσμένη παντού και παγωνιά μεγάλη. Δεν έβλεπες τίποτε πέρα απ' το ένα μέτρο. Μόνο κρύωνες... κρύωνες απελπιστικά. Κι όταν οι καμπάνες σε λίγο άγρια, ασυνήθιστα άρχισαν να σημαίνουν, τότε θαρρείς νέο στρώμα ομίχλης αποσκοτείνιασε τον τόπο.

Τι εσήμαινε το σήμασμα εκείνο, μόνο το μεσημέρι της ίδιας μέρας κατάλαβαν οι γυναίκες, ενώ οι άνδρες τους και τ' αγόρια τους λίγες ώρες πιο πρίν.

Κλεισμένοι σε λίγο στο Δημοτικό σχολείο, χώρια οι άνδρες απ' τις γυναίκες, -από την αυλόπορτα γινόταν ο χωρισμός- αγναντεύαμε τα Καλάβρυτα-πυροτέχνημα, κι ακούσαμε τους τρομακτικούς κρότους των εκρήξεων. Φωτιά παντού. Όπου κι αν αγνάντευες, φωτιές και φλόγες, πού φταναν ώς τον ουρανό, αντίκρυζες. Μόνο το Σχολείο δεν καιγόταν προς το παρόν. Ολόκληρη η υπόλοιπη αγαπημένη μας πόλι είχε παραδοθή στο αδυσώπητο πυρ της γερμανικής μανίας. Σπίτια και μαγαζιά δημόσια καταστήματα, περιουσίες και μόχθοι χρόνων και χρόνων, κατατρώγονταν αλύπητα από μια κοκκινόμαυρη απέραντη φωτιά. Και κάτι άλλο όμως δεν καιγόταν. Το μικρό μας παράξενο τραινάκι. Χρειαζόταν αυτό, για να μεταφέρη ό,τι πολύτιμο. Πόσες φορές ανεβοκατέβηκε στη Ζαχλωρού σήμερα... Μέσα στων εκρήξεων την αντάρα το σφύριγμά του ανακατευόταν κι έφτανε σαν μια ακόμα νότα πένθιμη στ' αυτιά μας.

Είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν οι δυό ασύλληπτες στην πραγματικότητά τους εικόνες: Η των απ'άκρη σ'άκρη καιομένων Καλαβρύτων και η των συνωστιζομένων ανθρώπων μέσα στις αίθουσες του σχολείου. Έξω φωτιά και καταστροφή. Μέσα σπαραγμός καρδιών, κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Γρηές μοιρολογούσαν, γυναίκες έκλαιγαν, παιδιά θρηνούσαν. Ένας μικρός ζωηρός και αεικίνητος, με δυο πράσινα μεγάλα μάτια, δεν έβγαλε δάκρυ. Διαβάζει τώρα δυνατά την Παράκλησι, ενώ όλοι ευλαβικά σταυροκοπιούνται.

Μα κείνη τη στιγμή οι φλόγες ζώνουν το σχολείο. Το πάτωμα από κάτω καίγεται κι υποχωρεί. Σκηνές φρίκης επακολουθούν. Τα πλήθη ξεχύνονται από πόρτες και παράθυρα αψηφώντας τα παμφάγα όπλα των γερμανών. Μια γρηούλα πατημένη στο διάδρομο είναι νεκρή. Πιο εκεί ένα κοριτσάκι αναίσθητο. Σε λίγα λεπτά τα γυναικόπαιδα βρίσκονται στο δρόμο κι η φωνή τους, πού και πέτρες ραγίζει ξεπερνάει την ομίχλη και τα σύννεφα κι ακούγεται ως τον Ουρανό: «Οι άνδρες!!!, που είναι οι άνδρες; Πατέρα!!! Γιώργο!!! Νίκο!!! Μιχάλη!!!».

Φωνάζουν τους άνδρες, που νομίζουν ότι βρίσκονται στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου και θα καούν ζωντανοί. Ματαίως όμως... Γιατί απ' το πρωί οι άνδρες είχαν οδηγηθή κρυφά απ'τήν πίσω πόρτα στο Γολγοθά τους, τον τόπο πού τους περίμεναν τα καμουφλαρισμένα πολυβόλα και τέλος οι χαριστικές βολές, σ' ένα υψωματάκι κάμποσο από το Σχολείο μακρυά. Πού όμως ν' ακουσθούν τα πολυβόλα μέσα στους κρότους, πού τα καμμένα σπίτια δημιουργούσαν... Έτσι τα γυναικόπαιδα μένουν με την εντύπωσι, ότι οι άνδρες ζουν κι είναι πολύ κοντά τους. Όποιος έζησε τις τραγικές εκείνες στιγμές, δεν είναι δυνατόν να ξεχάση ποτέ του τις απελπιστικές κραυγές: «οι άνδρες, πού είν' οι άνδρες; Πατέρα... Γιώργο... Νίκο... Μιχάλη...» κι ακόμα δεν θα ξεχάση έναν μαυροκόκκινο δίσκο στο συννεφιασμένο ουρανό πούσταζε αίμα. Τέτοιο θέαμα παρουσίαζε ο ήλιος πού κανονικά έπρεπε νάναι κρυμμένος μέσα στα βαρειά σύννεφα.

Τα πάρα πέρα θάπρεπε κάποιος ψυχρός θεατής, αν ήταν δυνατόν να βρεθή τέτοιος, να περιγράψη... Εκείνοι που τάζησαν, μόλις φθάνουν μέχρις εδώ, σταματούν. Αδυνατούν να προχωρήσουν ...».

Τόσοι Καλαβρυτινοί, «ως πρόβατα επί σφαγήν αχθέντες» πώς να μην συνοδεύωνται απ' τους καλούς ποιμένας των, αφού «όπου, το ποίμνιον εκεί και ο ποιμήν»;

 

† Ιερ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ «Ο ΠΑΠΑ-ΚΑΛΟΣ»

Ο μακαριστός αυτός ιερεύς γεννήθηκε στο Αγρίδιο Καλαβρύτων στα 1901. Πολύ νωρίς έμεινε ορφανός από πατέρα. Μα η ευσεβής ελληνίδα μάνα του τον πότισε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και από παιδί του άναψε κι αδιάκοπα συνδαύλιζε την ιερή φλόγα να γίνη λειτουργός του Θεού και να διακονήση την Εκκλησία. Έτσι θα ολοκληρωνόταν κι ο πόθος του πατέρα του, που ναυάγησε τις παραμονές, πού θα πήγαινε στην Ιερατική σχολή εξ αιτίας βαρείας αρρώστειας και θανάτου και θα συνεχιζόταν μακρυά παράδοσις τεσσάρων γενιών της λευιτικής οικογενείας του.

Ο ιερεύς του χωριού, πού ήταν και δάσκαλος μαζί, αδελφός της μάνας του, συνήθιζε να τον παίρνη μαζί του στις ιεροτελεστίες κι εύρισκεν ιδιαίτερη χαρά ό μικρός Παναγιώτης να υπηρετή. Κι ο πόθος φλογιζόταν όλο και περισσότερο κι η συνείδησις γινόταν προσοχή σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του.

Τέσσερα χρόνια υπηρέτησε στο στρατό, γιατί ή θητεία του συνέπεσε με τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είχε δημιουργήσει οικογένεια, όταν το 1930 μπήκε στη Ριζάρειο Σχολή. Όταν απεφοίτησε, χειροτονήθηκε στο χωριό Αναστάσοβα Καλαβρύτων, όπου υπηρέτησε δύο χρόνια. Άλλον ένα χρόνο έκαμε στα Γαρδενά Αιγιαλείας και κατά το 1936 εξελέγη εφημέριος Καλαβρύτων. Εδώ διαγράφηκε η λαμπρή ιερατική τροχιά του.

Κυριολεκτικά τον διακατείχε η συναίσθησις της υψηλής του αποστολής. Συχνά ακουγόταν να λέη: «η θέσις του ιερέως είναι πολύ υψηλή∙ πρέπει να τα προσέχη όλα». Ζούσε σαν να μην είχε κανένα δικαίωμα στη ζωή, άλλα μόνο υποχρεώσεις. Σκοπός του, ν' ανταποκριθή στη μεγάλη του κλήσι. Είχε τη δύναμη να μη δίνη σημασία στα υλικά συμφέροντα. Θέμα τυχηρών, λόγου χάρι, δεν υπήρχε γι' αυτόν. Όχι γιατί είχε άλλους πόρους για τις ανάγκες του. Νόμιζε μόνον πώς δεν έπρεπε να γίνη εμπόδιο στο έργο του το χρήμα με κανέναν τρόπο.

Μα εκείνο πού τον εχαρακτήριζε προ πάντων ήταν η καλωσύνη∙ χωρίς όρια και διακρίσεις. Ξεχυνόταν πηγαία, πλούσια, προς όλους. Για τους καλούς και για τους κακούς ήταν ο «παπα-καλός». Έτσι ήταν γνωστός στην περιοχή. «Είχα εξομολογηθή στον παπα-καλό». «Μ' εφώναξε ο παπα-καλός και μου 'δωσε προσφορά». «Ο παπα-καλός μ'είχε συμβουλέψει». Είναι εκφράσεις, πού άκουγε κανείς στα Καλάβρυτα, μετά τα δραματικά γεγονότα της καταστροφής των, από ευεργετημένους του παπα-καλού. Όλους τους πλησίαζε με κατανόησι κι αγάπη. Έκαμε τον πόνο τους πόνο του και τα προβλήματα τους δικά του. Εγνώριζε τις ανάγκες όλων με τη μέθοδο των συχνών επισκέψεων. Η καλωσύνη του γινόταν συνειδητή και συστηματική καλλιέργεια της αγάπης. Και μόλο πού ο τρόπος του δεν ήταν καθόλου «κραυγάζων», ο παπα-καλός, έγινε πασίγνωστος για τη φιλανθρωπία του.

Η Κατοχή ήταν για τον π. Παναγιώτη μια ωραία ευκαιρία εκδηλώσεως των φιλανθρωπικών του αισθημάτων. Άνοιξε το σπίτι του να δεχθή τους πρόσφυγες πού έστειλε στα Καλάβρυτα ο βομβαρδισμός των Πατρών. Έφθασε στο σημείο να βγή στο δρόμο και να μοιράζη ψωμί στους περαστικούς. Το ίδιο είχε κάνει με τους πεινασμένους στρατιώτες μας κατά την οπισθοχώρησι. Ήρθαν μέρες και παρουσιάσθηκε ανάγκη να ανάψη για δεύτερη φορά ο φούρνος του σπιτιού, για «να μη φύγη κανείς παραπονούμενος από το σπίτι του παπα-καλού». Έχει μεγάλη ευθύνη ο παπάς∙ ο κόσμος πεθαίνει. «Συχνά χτυπούσε η πόρτα και η συνηθισμένη ερώτησις «που είναι ο παπούλης;» είχε πάρει για τους οικείους του συγκεκριμένο περιεχόμενο. Εδώ, πάλι θα θυμηθούμε τον καλό εκείνο π. Βασίλειο Νασιόπουλο, από την Αγία Λαύρα, γιά τον όποιο θα κάνωμε λόγο παρακάτω. Πολλά δέματα έστειλε στον π. Παναγιώτη, πού συνεργαζόταν μαζί του, για τους πτωχούς των Καλαβρύτων.

Στήν άσκησι της αγάπης είχε συνδυάσει την ελληνική φιλοξενία. Πολλές φορές πήγαινε στο σπίτι μ΄ένα σύντροφο. Σκοπός του ερχομού του ήταν η εστίασις, η υλική και πνευματική. «Ξενοδοχείον ύπνου και φαγητού» χαρακτήριζεν το σπίτι του. Ανάμεσα στους φιλοξενουμένους του ιδιαίτερη θέσι κατείχαν τα μικρά ορφανά παιδάκια.

Άφησε φήμη και καλού πνευματικού, μολονότι ή μάλλον επειδή εύρισκε πολύ βαρύ και δύσκολο το έργο της καθοδηγήσεως εις σωτηρίαν των ψυχών. Η συναίσθησις αυτή τον έκαμε να καταβάλλη κάθε προσπάθεια για τον καλύτερο καταρτισμό του, πού ωφείλετο στη μελέτη και την προσευχή.

Η προσευχή ήταν η ακένωτη πηγή, απ'όπου αντλούσε συνεχώς ο π. Παναγιώτης. Μέσα στην ατμόσφαιρα της προσευχής τοποθετούσε κάθε του ενέργεια και πραγματοποιούσε το ιδανικό του προσευχομένου ανθρώπου. Έξ άλλου ιδιαίτερες ικανότητες δεν είχε ούτε μόρφωσι μεγάλη. Με την καλωσύνη του μόνο ενισχυμένη από την προσευχή κέρδισε τις ψυχές του ποιμνίου του.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1943 κάνει την τελευταία του λειτουργία. Αγριεμένοι Γερμανοί από τη φονική δράσι των ανταρτών έχουν μπή στα Καλάβρυτα από διάφορα σημεία. Η βαριά σκιά του θανάτου πλακώνεται στην πόλι κι ένα καταθλιπτικό ερωτηματικό διαγράφεται στις ψυχές όλων. «Θα πληρώσουν οι αθώοι;» Γιατί οι αντάρτες έσφαξαν και πάν. Οι προύχοντες συσκέπτονται μ'όλη την επίγνωσι για τη σοβαρότητα των στιγμών. Να φύγουν κι αυτοί; Μ' αυτό θα σήμαινε την ομολογία της ενοχής των. Η απόφασίς τους βαρυσήμαντη, αμετάκλητη: θα μείνουν. Ήσαν αθώοι κι έπρεπε να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Μα η ανδρική αυτή απόφασις, αν ήτο δυνατόν να μη ερεθίση τη θηριωδία των Γερμανών, ασφαλώς θα τους κινούσε τη θυμηδία.

Όλα προμηνούσαν πώς η θηριωδία θα ξεσπούσε όπου νάταν. Αγωνία σφίγγει τις ψυχές. Πολλοί φεύγουν. Μπαίνει και στον π. Παναγιώτη το βασανιστικό δίλημμα: Παραμονή ή φυγή. Ο ιερεύς βλέπει τη θέσι του στα Καλάβρυτα, στην μάνδρα του∙ ο μοναδικός προστάτης πέντε γυναικών δεν απορρίπτει εύκολα τη φυγή. Η πρεσβυτέρα με τη μιά του κόρη λείπουν στο Αγρίδιο. Άλλη αγωνία γι' αυτές. Μήπως πήγαν κι εκεί οι Γερμανοί; Το περιστατικό αυτό η μάνα του ανύποπτη, στοργική το παρουσιάζει αμέσως σαν ευκαιρία δοσμένη από τον καλό Θεό, πού καταντά όμως πειρασμός:

—«Τρέξε κοντά τους παιδάκι μου. Ίσως τάφερε έτσι ο Θεός για να σωθής».

Ο κλονισμός είναι μεγάλος...

Σταυροκοπιέται ο π. Παναγιώτης ο πειρασμός νικήθηκε.

—«Όχι, μάνα. Το καθήκον μου με κρατά εδώ. Πώς ν' αρνηθώ το σταυρό, πού μου ετοιμάζει ο Κύριος; Σήμερα κοινώνησα. Ο Θεός ας προστατεύση την οικογένειά μου».

Σαν την Δευτέρα της 13 Δεκεμβρίου 1943, άλλη Δευτέρα δεν ξαναξημέρωσε στα Καλάβρυτα. Με την Γραφή στο κόρφο του ό π. Παναγιώτης και με το πνεύμα στραμμένο στον ουρανό τραβά με το κοπάδι του στο σχολείο! Πέρασαν ώρες πολλές γεμάτες αίμα και σπαραγμό. Τόσες όσες έφθασαν για να χορτάσουν τα θηρία τη λύσσα τους. Κι υστέρα σαν ήρθε η νύχτα κι αντίκρυσε κατά πρόσωπο την ίδια τη φρίκη, τυλίχτηκε γρήγορα στον πιο σκοτεινό πέπλο της κλείνοντας μ' αποτροπιασμό τα μάτια, για να μη δη και να μην καταλάβη. Κι έτσι με δυσκολία πολλή μπορούσες μόλις να ξεχωρίσης τις πένθιμες βουβές μορφές, πού σκύβαν και σηκώνονταν ψάχνοντας ξεφρενιασμένα.

Σ' ένα τέτοιο απελπισμένο σκύψιμο βρέθηκε κι ο π. Παναγιώτης Δημόπουλος, μ' ανοιγμένο το κεφάλι από μια βάρβαρη τσεκουριά.

Έτσι τελείωσε τη ζωή του ο «παπα-καλός» και «εισήλθεν εις τον   ουράνιον νυμφώνα αιωνίως αγαλλόμενος».

 

† Αρχιμ. ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

Δεκατεσσάρων χρόνων ο π. Παρθένιος Λουκόπουλος άφισε το χωριό του Λευκάσι Κλειτωρίας και πήγε στην Αγία Λαύρα. Έγινε υποτακτικός του γέροντος Αγαπίου Μιχαλοπούλου, πού του έδειξε στοργή και ενδιαφέρον πολύ. Τον έστειλε στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων και αργότερα τον έκαμε μοναχό. Χειροτονήθηκε διάκονος και τελείωσε τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Όταν πήρε το πτυχίον, αφού χειροτονήθηκε ιερεύς, διωρίσθη καθηγητής. Υπηρέτησε στας Αθήνας, στα Βίλλια Αττικής, στη Φλώρινα.

Μετά την κατάρρευσι του Αλβανικού μετώπου και την εισβολή των Γερμανο-βουλγάρων τον απήλασαν από τη Φλώρινα. Υπηρέτησε τότε ως έκτακτος στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων, όπου τον βρήκαν να τον σκοτώσουν οι Γερμανοί, στην πολυαίμακτη και πολυθρήνητη εκείνη ημέρα 13 Δεκεμβρίου 1943.

Ώς καθηγητής ήταν υπόδειγμα ευσυνείδητου και φωτισμένου εκπαιδευτικού συνδυάζοντας με τα καθήκοντα του και εξωσχολική δράση.

Στο μοναστήρι του κάθε φορά πού πήγαινε δεν ήταν για ν' αναπαυθή. Την ξεκούρασί του την εύρισκε εργαζόμενος με ζήλο κι ενθουσιασμό. Μιλούσε σε συγκεντρώσεις μοναχών και κήρυττε τακτικά στο Ναό.

Έτσι ο π. Παρθένιος «υπέρ Χρίστου παθών μέχρι θανάτου, ψυχήν έχει εις ουρανούς εν χειρί Θεού».

 

† Αρχιμ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Στο Καρνέσι Κλειτωρίας γεννήθηκε το 1891 από ευσεβείς γονείς ο αρχιμ. Δωρόθεος Παπαδημητρίου ή Δημήτριος Σπουλιόπουλος κατά κόσμον. Εφτά χρόνων παιδί τον πήραν οι αδελφοί της μητέρας του Γεννάδιος και Καλλίστρατος, ιερομόναχοι στην Αγ. Λαύρα, κι αυτοί του έδωσαν και το επώνυμό τους. Κοντά στην Άγια Λαύρα είναι το χωριό Κραπικό. Στο Δημοτικό του υπηρετούσε ως δάσκαλος ο θείος του Καλλίστρατος κι εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματά του∙ περιπλανήθηκε όμως σε τρία μέρη για να τελειώση το Γυμνάσιο: Καλάβρυτα, Αίγιο, Καμάρες. Μετά το στρατιωτικό γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μαζί έγινε μοναχός στην Ιερά Μονή της Αγ. Λαύρας και χειροτονήθηκε διάκονος. Μόλις τελείωσε τις σπουδές του το 1916, διωρίσθηκε σχολάρχης στο Αίγιο.

Άν και ήταν νέος, η σοβαρότης και καθαρότης του βίου του δεν έδινε σε κανένα το δικαίωμα να καταφρόνηση τη νεότητά του. Ήταν πρότυπο κληρικού. Το ήθος άσπιλο, η μόρφωσίς του αρτία αλλά και φυσικά προικισμένος πλούσια. Εκτός των άλλων είχε τελειώσει το Ωδείον Αθηνών και είχε πτυχίο Βυζαντινής μουσικής. Η μουσική του κατάρτισις συμπληρωνόταν κι αναδεικνυόταν απο μιά εξαίρετη φωνή. Και την αγαπούσε τη μουσική. Με αυτήν έδινε έκφρασι στον πλούσιο συναισθηματικό του κόσμο. Πάνω από δέκα τόμους μουσικών διασκευασμάτων τού κατέστρεψαν οι Γερμανοί, όταν πυρπόλησαν την Αγία Λαύρα. Έτσι εκτιμώντας τα πολλαπλά προσόντα του ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας Τιμόθεος τον πήρε διάκονο του και τον είχε περί   πολλού.

Πολλά χρόνια υπηρέτησε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο Κρεσταίνων Ολυμπίας. Οι εντυπώσεις πού άφησε κι εδώ ήταν άριστες. Το 1943 πήρε μετάθεσι στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων κι εκεί τον βρήκε η μοιραία ημέρα της γενικής σφαγής.

Το Σαββατοκύριακο πάντα στο Μοναστήρι. Εκεί τον περίμεναν άλλα καθήκοντα. Έπρεπε να επισκεφθή τους μοναχούς στα κελλιά τους και ανοίγοντας αδελφική κουβέντα υπέβαλλε όμορφα τις συμβουλές του κι επρότεινε τις λύσεις, πού ήρμοζαν στα διάφορα προβλήματα των αδελφών του. Ειρηνικός και πράος ο ίδιος είχεν αποκτήσει ειδικότητα στο κεφάλαιο της ειρηνεύσεως και της διαλλαγής εκείνων, πού είχαν έρθει σε λόγια και ψυχρανθή. Εκείνος εύρισκε το σημείο, όπου μπορούσε να βασισθή η συμφιλίωσις, πού δεν έβλεπαν εκείνοι και για τούτο όλοι τον αγαπούσαν. Στους θείους του έδειξε όλο το σεβασμό και την αγάπη, πού τους ώφειλε, ως το θάνατό του και σε τούτο δίνοντας το παράδειγμα.

Στην Κατοχή εκδηλώθηκαν πλούσια οι αρετές της ελεημοσύνης και της φιλοξενίας. Εργάσθηκε με κίνδυνο της ζωής του στις διανομές του Ερυθρού Σταυρού, χωρίς να λογαριάζη τους κατακτητάς.

Το Νοέμβριο του 1943 εβομβαρδίστηκε αλύπητα το χωριό Σκεπαστό, όπου είχεν εγκατασταθή το αρχηγείο των ανταρτών. Το Γυμνάσιο έκλεισε προληπτικά κι ο π. Δωρόθεος γύρισε στη Μετάνοιά του. Εκεί άκουσε με ανησυχία πολλή για μελετώμενες εκ μέρους των Γερμανών επιδρομές αντιποίνων. Αυτό έκανε τον π. Δωρόθεο να σπεύση στα Καλάβρυτα και να μπή επί κεφαλής Επιτροπής από καθηγητάς κι άλλα εξέχοντα πρόσωπα, πού θα παρουσιαζόταν στους Γερμανούς. Μα η απόφασις των Γερμανών ήταν «φωτιά και σίδερο».

Έτσι ο π. Δωρόθεος έπεσε μόνος στις 13 Δεκεμβρίου 1943 στο στόμα των θηρίων, όπου πολλές φορές οδηγεί η ανένδοτη αφοσίωσις στο χριστιανικό καθήκον.    

 

 

Υπεύθυνος ύλης Μάριος Ι. Πηλαβάκης. Τόπος εκδόσεως: Θεσσαλονίκη

    

"Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ", ΟΡΘΟΔΟΞΟN ΚΕΝΤΡΟN ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ", ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ 1, 600 66, ΜΕΘΩΝΗ ΠΙΕΡΙΑΣ. copyright 2010